Thumbnail

24.04.1927

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΣ

Μοναδικός σύνδεσμος

https://hdl.handle.net/20.500.14199/4917210

Μεταδεδομένα

ΤΑΞΙΝΟΜΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

  • ΑΓΡΟΤΙΚΗ_ΑΡΓΟΛΙΣ_1927-04-24_36_1

ΤΙΤΛΟΣ

  • ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ

  • ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΦΥΛΛΟΥ

  • 36

ΕΚΔΟΣΗ

  • 1

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ (ΑΠΟ)

  • 24.04.1927

ΤΟΠΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

  • ΑΡΓΟΣ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

  • Μ. ΛΑΜΠΡΟΥ

ΓΛΩΣΣΑ

  • Ελληνικά

ΕΝΟΤΗΤΑ

  • Φύλλα Εφημερίδων - Τεύχη Περιοδικών

ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΡΩΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

  • T ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΣ ΕΘΜΗΕΡΙ ΤΟΥ ΣΥΛΟΤΟΥ ΓΕΩΡΓΟΙΤΗΛΑΤΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΡΓΟΥΣ Ἴευς Σ.' Ἀριθ.38/ Ἐν Ἄργει 24 Ἰωριγίου 1927 Τιμὴ ρύμτου 2ραχ.7. Ὁ ἑορτάζων τήν Παρασκευὴν Ναὸς τῆς Σφοδόχου Πηγῆς ἐν Κεφαλαρίῳ │Σ ANDRE THERIET ΤΑΡΟΛΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Πασχαλινὸ διήγημα) Στὴ Σεβίλλα, στὸ Προάστειο τοῦ / Τριάνα ζοῦσε ἕνα ἀγόρι μέχρι δεκα- οχτὼ χρόνων, μὲ τὸ ὄνυμα Τζουανί το —Ἐλ - Μορενίτο. Ὀρφανὸ ἀπὸ πατέρα καὶ μητέρα, εἶχε μεγαλώσει / σὰν ἕνα ἄγριο χορταράκι πάνω στὸ λιθόστρωτο τοῦ Τριάνα. Κοιμῶταν πότε στὸ ξενοδοχεῖο τῶν ἀστέρων, πότε στὸ γειτονικὸ σταῦλο μὴ τρώ- γοντας παρὰ καμμιὰ φοῦχτα βελάνες. Ἔκανε χίλιες δυὸ μικροδουλειὲς γιὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ζῇ, ἀπὸ τὶς ὁ- ποίες ἡ ἐπικερδέστερη ἤταν νὰ που- λάῃ προγράμματα στὶς πόρτες τῶν θεάτρων. Μ᾿ ὅλο ποῦ τὰ ροῦχα του ἤταν κοτ νομματιασμένα φαινό αν ἕνα ὡραῖο παιδὶ μὲ φωτερὰ μάτια, πάντα γελαστό, κατσαρομάλικο, μὲ τὴν ὄψη πολὺ μελαχρηνὴ γιαὐτὸ καὶ τοῦ ἔμιαζε τὸ παρατσοῦκλι «Μορε- νίτο». Ξέχωρα ἀπ᾿ αὐτὸ στὶς φλέβες του ἔτρεχε ἀλήτικο αἷμα καὶ ὅπως οἱ ἀλῆτες ἔτσι και αὐτὸ ἦταν ἕνας ἄνε ξάρτητος πεθαίνοντας γιὰ τὴν μπα¬ γαποντιὰ καὶ ἀγαπῶντας μὲ πάθος τὶς κοῦρσες τῶν ταύρων. Τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ ξύπνησε / ρωσε στὴν ὁδὸν Ζιέρω βολτάροντας, λιγωμένος ἀπὸ τη μυρωδιὰ τῶν γλυ- κισμάτων καὶ ἀπὸ τὴν κανέλλα ποῦ μοσχοβολοῦσε βράζοντας μές στὸ λάδι. Ἀκολουθοῦσε κατὰ βῆμα τοὺς ταυρομάχους ποὺ περιπατοῦσαν πε- ρήφανα μπρὸς ἀπὸ τὰ καφφενεῖα σφιγμενοι μές στὶς κοντὲς βέστες τους καὶ τὶς στενὲς κυλόττες. Ἔσπαζε τὸ μυαλό του πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἐξοι- κονομήσῃ λίγα λεφτά. Τοῦ κάκου προσπαθοῦσε νὰ πάρῃ τὴν εὔνοια ἐ- κείνων ποῦ πουλοῦσαν τώρα προ- γράμματα. Ὅλες ἡ θέσεις ἦταν πια¬ [σμένες καὶ τὸν ἔδιωχναν ἀπὸ παντοῦ. Στὸ τέλος μὴ μπορῶντας πιὰ ν᾿ ἀν- θέξῃ, μὲ τὸ στομάχι ἀδιανό, τὴν πλάτη ψημένη ἀπὸ τὸν ἥλιο, βγῆκε κἄπως ἰδιότροπο καὶ στενοχωρημέ- στὴν πλατεῖα τοῦ Συντάγματος ὅ- νο. Ὅλα τὰ θέατρα εἶχαν κλείσει ! που θὰ σταματοῦσαν οἱ πιστοὶ καὶ λόγῳ τῶν ἡμερῶν καὶ δὲν εἶχε πεν- βρίσκοντας κάτω ἀπὸ μιὰ πύλη τῆς τάρα τσακιστὴ στὴν τσέπη του. Ἡ Ἀουντιέντσια μιὰ γωνίτσα μὲ ἴσκιο φτώχεια μάλιστα τοῦ ἦταν πειὸ πολὺ σκέφτηκε νὰ ξεκουραστῆ. αἰσθητὴ γιὰ τὸ λόγο πῶς ἀνήμερα / «Χυρταίνει κανεὶς καὶ μὲ τὸν ὕ¬ [τὸ Πάσχα θὰ γινόταν μιὰ περίφημη ! πνο — λέει ἡ παροιμία». Ἔτσι καὶ ὁ Τορρίντα μὲ Τζόκεϋ τοὺς περίφημους / φιλαρᾶκος μας ἀπὸ τὴν κούραση Ματσαντίνη καὶ Φρασκουέλλο. Αὐτὸ ! στραβὸς γιὰ ὕπνο, πολὺ σύντομα ἀ- μὴ ἔχοντας λεφτὰ πὤχανε τὸ ἀγαπη. / ποκοιμήθηκε βαθειά. [μένο του θέαμα. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ! ἔκαμε πρῶτα τὴν προπευχή του στὴν / Ἤταν ὡραῖος ἀλήθεια, πολὺ ὡ¬ Παρθένα της Ἐλπίδας, ἀπεφάσισε / ραῖος ἔτσι: ξαπλωμένος φαρδειὰ νὰ βγῇ στοὺς δρόμους τῆς Σεβίλλης ! [ πλατειά κάτω στὸ λευκὸ πλακόστρω. [μὴν τοὔπερτε καμμιὰ τύχη. Τίναξε ! το μὲ τὸ ἕνα χέρι κάτω ἀπὸ τὸ κεφά¬ τὰ ἄχυρα ποὺ ἦταν κολλημένα στὰ ! λι του, μὲ κλεισμένα τὰ βλέφαρά του μαλλιά του καὶ πετάχτηκε ἔξω ἀπὸ μὲ τὰ μακρυά ματόκλαδα, μὲ μισοα¬ [τὸ σταῦλο ὅπου εἶχε κοιμηθῆ. │ νοιγμένα σὰν ἕνα ἀβέβαιο χαμόγελο Ἡ ἡμέρα ἦταν θαυμάσια. Πάνω ! τὰ κόκκινα χείλη του ποῦ ξεσκέπα. στὸ βαθυγάλαζο οὐρανὸ ὁ λιγνὸς/ ζαν τὰ μικρὰ ἄσπρα δόντια του. κόκαινος πῦργος τῆς Γεράλδας γρα / Τὴν ὥρα ἐκείνη ἔτυχε νὰ περάσῃ φόταν κατακάθαρα. Οἱ δρόμοι εἶχον/ ἀπὸ ἐκεῖ ἕνα ζευγάρι περιηγητῶν, δυὸ τώρα γεμίσει ἀπὸ χωρικοὺς ποὺ εἶ- [νειόπαντροι. Ἔτσι τοὐλάχιστον φαί- χαν ἔρθει στὴν πόλι γιὰ νὰ παρα- νονταν μὲ τὸν τρόπο ποῦ κρατιών- στοῦν στὴν ἐκφορὰ τῶν Ἐπιταφίων. τουσαν. Περνῶντας μπρὸς ἀπὸ τὴν πλατεῖα │ — Κύταξε τὶ ὤμορφο ποὺ εἶναι τῶν ταύρων ὁ Μορενέτο εἶδε μιὰ / αὐτὸ τὸ χαμίνι, εἶπεν ὁ νέος στὴ γυ¬ μακρυὰ σειρὰ ἀπὸ ἐρασιτεχνες πού / [ναῖκα του σταματῶντας μπροστὰ στὸ πολιορκοῦσαν τὸ περίπτερο τῶν εἰσι. ἀποκοιμισμένο παιδί. Θὰ μποροῦσε τηρίων καὶ αὐτὸ μεγάλωσε περισσό- νὰ γίνῃ ἕνα ὡραῖο ταμπλώ. Τὶ χα¬ τερο τὴν πίκρα του. ριτωμένη ἡ στάση του; Ὦ μῖα ὅλα Τέσσερες ὁλόκληρες ὥρες ἐμαρμά- καὶ ἀριστοτεχνικὰ ὡς καὶ αὐτὸ τὸ