Thumbnail

01.01.1955

ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

Μοναδικός σύνδεσμος

https://hdl.handle.net/20.500.14199/6120321

Μεταδεδομένα

ΤΑΞΙΝΟΜΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

  • ΑΣΠΙΣ_ΤΟΥ_ΑΡΓΟΥΣ_1955-01-01_719_1

ΤΙΤΛΟΣ

  • ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

ΤΙΤΛΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ

  • ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΦΥΛΛΟΥ

  • 719

ΕΚΔΟΣΗ

  • 1

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ (ΑΠΟ)

  • 01.01.1955

ΤΟΠΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

  • ΑΡΓΟΣ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

  • ΙΩΑΝ. Α. ΨΩΜΑΔΑΚΗΣ

ΓΛΩΣΣΑ

  • Ελληνικά

ΕΝΟΤΗΤΑ

  • Φύλλα Εφημερίδων - Τεύχη Περιοδικών

ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΡΩΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

  • ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ - ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ: ΙΩΑΝ. Α. ΨΥΞΜΑΔΑΚΗΣ ΕΤΟΣ 190ν - ΑΡΙΘ, ΟΥΑΛΟΥ 719/268 Τιμὴ Φύλλου Δραχ. 1 ΣΑΒΑΤΟΝ ΙΑΝΟΥΔΡΙΟΥ 1955 ΠΕΡΙΤΟΜΗ Ι. ΧΡΙΣΤΟΥ, ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Μεγ. ἐξαιρ. Δημοσιεύσεις - διαφηυ. κατὰ συμφωνίαν = Χειρόγραφα δὲν ἐπιστρέφονται. ΣΥΝΔΡΟΜΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ: Ἐτησία Δραχ. 50 Ἑξάμηνος δραχ. 25 Τρίμηνος 15 ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ Ἐτησία Δολ. 8 Δήμων, Κοινοτ. Ὀργανισμ. Τραπεζῶν 160 │ ΓΟΥΑΡΓΟΥΣ Ἐπιστολαὶ - Ἐπιταγαί: ΑΠΕ, Ἄργος /! ΓΡΑΦΕΙΑ - ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΑ ΟΔΟΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΣΟΦΙΑΣ Ἀριθ. 4γ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΚΗΝΕΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1955 Παραμονὴ Πρωτοχρονιᾶς ὅλοι συγκεντρωμένοι ΤΟΥ κ. Ξ. ΧΑΤΣΗΣΑΡΑΝΤΟΥ, ΔΙΚΗΤΟΡΟΥ/ γιὰ νὰ καλωσορίσουνε τὸν Ἁγίο μας Βασίλη Ἕν ἔτος μεστὸν γεγονότων ποῦ ἀπ᾿ τὰ ξένα θἄφθανε μὲ δῶρα πρὸς τὸ δεῖλι παρῆλθε χθὲς καὶ ἕν ἄλλο ἀρ- Καὶ νὰ ὁ ἥλιος ἔδυσε καὶ ὅλοι ἀνυπόμονα χίζει σήμερον. Εὑρισκόμεθα πο- πατς εἰς τ ταάένα λοτροεῖς ἀρόντα. λὸ πλησίον ὥστε ἡ κρίσις ἡμῶν │ ἐπὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπήρξε│ μὲ γενειάδα κάτασπρη, βκλίτσες φορτωμένος) νὰ μὴ μένῃ ἀνεπηρέαστον ἀπὸ │ Ὁ Ἀη — Βασίλης ἤτανε· τὸν γνώρισαν στὴν ὥρα! συναισθήματα καὶ πάθη, τὰ ὁ / τρέξανε καὶ τὸν φέρανε μεσ᾿ τοῦ Θηβαίου τώρα! ποῖα ὅμως ζωογονοῦν τὰς ἰδέ- ας καὶ κινοῦν τὸν κόσμον, καὶ χαμογελᾶ σὲ ὅλους μας μὲ κέφι καὶ μὲ μπρίοι δὲ δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν τὶ Κι᾿ ἀπ᾿ τὶς κοπέλλες ἄρχισε τὰ δῶρα νὰ μοιράζῃ θὰ ὑπάρξῃ αὔριον. Ζῶμεν καὶ ! καὶ στὸν καθένα χωριστὰ νὰ γλυκοκουβεντιάξῃ ὑφιστάμεθα τὰς πραγματικότη- πις ὅτοῦ παρλος μος, τορο πετάέετη, τας. Εἶναι σκληρὸν ἀλλ᾿ ἡ ζωὴ / εἶναι αἰωνία καὶ οἱ λαοί, ὅπως ! κι᾿ ἄν σᾶς ζητήσουν χρήματα καὶ λίρες Ἀγγλικές καὶ τὰ ἄτομα, πληρώνουν τὴν πῆτε τους πὼς σκουριάσανε κι᾿ εἶν᾿ ἀνθυγιεινέςι εὐτυχίαν διὰ τοῦ ἰδίου αἵμα- Μνὰ ται πρς ὅσος πτες χύνες καὶ τὸ πολι τος, διὰ τῆς ἀναλώσεως │ τῆς ἰδίας ζωῆς. Ἰδιαιτέ- ἐμπροςὶ γιατὶ καθόσαστε, καιρὸς νὰ παντρευτῆτε ρως διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ κάμετε οἰκογένειες, νὰ νοικοκυρευθῆτε. τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπῆρξε σκλη- ρὸν καὶ τραχύ. Προσανατενί. — Ἀλλὰ τὶ βλέπω; εἶν᾿ ἐδῶ κι᾿ ὁ φίλος μου ὁ Θέμης! ζει ὅμως τὸ νέον ἔτος μετὰ θάρ] καθὼ, κι᾿ ὁ Στάμος, ὁ Μακρῆς ὡς καὶ ὁ Παπαστέμης ρους καὶ ἀπολότου αὐτοπεποί. ἀποτυχέντες Δήμαρχαι καθῶς και Βουλευμα' δημενως τα τάα ἠθικὰς καὶ πνευ / στὶς τελευταῖες ἔκλογες ποῦ εἶν ἱστορικαὶ ματικός δυνάμεις τῆς Παμιες / Σε ὸ υποράδος ἀράίνας, τό στοδο καὶ τὰ άλι του Ἑλλς θὰ προχωρήσῃ εἰς ! καί τίμε χμογέλασι κι᾿ εἴτε φρεγμάτια ' τὸν στῆβον τῶν εὐγενῶν καὶ ἐκ / δ᾿ αὐτόν τὸν κόσμο φίλοι μου. δία εἶναι τυχρὰ πολιτιστικῶν ἀγώνων τῆς ἄν │ σρτς σας ᾿ άρστι καί τῇ ελνοτιτός: θρωπότητος, μεθ᾿ ὅλης τῆς ἀρ.- μοζούσης εἰς ἰσχυρά Ἔθνη σοβα! εέσου τῆη ὅραι ποράλει κι᾿ ὁ παρός Μπολοῦμας ρότητος καὶ αὐτοπεποιθήσεως. καὶ τοῦ Ἁγίου χάρηκε ἀκόμα καὶ ὁ κοϋκος.. Τὸ ἔτος 1954 ἀνήκει πλέον ! Ἄν θὲς Μπουλοῦκό μου καὶ σὺ νὰ γίνῃς βουλευτὴς εἰς τὴν ἱστορίαν μὲ τὰς πολὺ. Σ. Εος Δετς τορτη κπ εικς ταράχους φάσεις του, μὲ τὰς / γιγαντιαίας κρίσεις του. μὲ τὰ / κι᾿ ἐγὼ γιὰ δῶρο σούφερα νύφη μὲ χίλιες λίρες. ἐκπληκτικά του γεγονότα. Αἴ │ σελίδες αὐτοῦ δὲν διδάσκουν! Ἀνα πο τς ρε άπτα .ο μόνον τὸ μεγαλεῖον τῶν γεγο- νότων ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὸ μέ- / Οὔτε τὸν Μπόμπο ἀντίκρυσα, οὔτε καὶ τὸν Βραχνδὶ γεθος τῶν προβλημάτων ποὺ μήπως καὶ ἀπεσκίρτησαν ἀπ᾿ τὸν Συναγερμό; ἐγκατέλειψε. Ὁ Ἑλληνικὸς λα-/ ἐλλὰ ὁ εέλος μου ὡς γνωστὸν ἐὲν εἶαι γὰ τιστα ὡς αἰσθάνεται αὐτοπεποίθησιν / ζητήματα Πολιτικά, καὶ σὺ κοσμάκι κλάφτα ! ἐπὶ τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίι Ἀφίνω στὸν Διευθυντὴ τῆς εὐκλεσῦς «Ἀσπίδος» ου πόθου αὐτοῦ πρὸς ἐκπλήρω- νὰ σᾶς τὰ κάμῃ πειὸ λιανά, ἐν εἴδει καταιγῖδος σιν τῶν ἀπαραγράπτων δικαί │ κι᾿ ἀπ᾿ τὸ λαχεῖο Συντακτῶν εὔχομαι νὰ τοῦ πέσῃ ων τῆς Ἑλλάδος, ὥστε παρα- ἕνα ὡραῖο Μέγαρο! καὶ σὲ ὡραία θέση. βλέπων πᾶσαν ά τιξδότητα, θά │ βαδίσῃ μὲ ἐνθουσιασμόν, μὲ αἱ ! — Μὰ νὰ κι᾿ ὁ φίλος μου ὁ παληὸς ὁ Τσάλτας Θανασάκης σιοδοξίαν, πλήρης αὐτοπεποίθη │ μαζύ του κι᾿ ὁ ρομαντικὸς ὁ Κρητικὸς ὁ Τάκης σιν πρὸς τὴν χαρὰν μιᾶς ὡραί- λέτε πῶς πείσμα τόβολων, καὶ δὲν θα παντρωπανε ας ἀνατολῆς, ἡ ὁποία προβάλ. ἀά τό πο πέετς τ το τ ντες λαο λε, ὡς ὑπόσχεσις τῆς νίκης τῆς θελήσεώς του διὰ τὴν γαλήνην ! ἀπὸ ἕα Συμπουρλούσκο χαρείοι πτάχαι καὶ τὴν πρόοδον τῆς Ἑλλάδος. Ἡ χαραυγὴ τοῦ νέου ἔτους! π τα τς προν τς τος ρα 1955 προβάλλει ὡς ἐλπὶς τοῦ / τέλους τῶν δεινῶν καί ὅτι δα │ κι᾿ ἀνύπανδρος μοῦ κάθεται ὁ Γιῶργος Πεβερέτος χρησιμεύσῃ ὡς τάφρος μεταξδ/ γι᾿ αὐτὸ τοῦ πρέπει σύντροφο νὰ τοῦ προσφέρω ἐφέτι τῆς χθὲς καὶ τῆς αὔριον. Ἡ │ Ἑλλάς, ἡ ἀθάνατος καὶ αἰωνία │ τοῦ τὰ τοῦ πύσο ούχαι μ᾿ ἔπικμε οἱ κατῖλι Ἑλλάς, δὲν πρόκειται ἤδη ποῦ Κι᾿ ὁ ἕτερος ὁ Τραγουστῆς, ὁ ξακουστὸς Ταμίας ὡς φοῖνιξ ἀνέβαλεν ἐκ τῆς τές │ πούμαστε συνονόματοι καὶ μὲ δεσμοὺς φιλίας φρας νὰ σβήσῃ ποτέ. Ἡ ζωὴ ! ξέρω πῶς δὲν χασομερᾶ κι᾿ εἶν᾿ παντ᾿ ἐρωτευμένος τοῦ νέου Ἔθνους σφύζει καὶ τό / ροβαλον αἷμα τῆς ἀγῆς μετα. θαρρῶ πως μετατίθεται στὴν ὡμορτη Σαίλιμς σμενος πολεμικῆς γενεᾶς. ἡ ὁποία δεν │ ἐμολύνθη μέ τὸ ἄξωτον τής προ/ ) κι᾿ ἐκεῖ νὰ ρίψῃ ἄγκυρα· τοῦ δίνω τὴν ἀπιθα δοσίας, ἐπιβαλλεῖαι πρός τὰ / σαν κατεύθυνοιν διότι παστεύει ! στοῦ γάμου τὸν γυαλό. ἴ! — Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα ἔρχεται στὸ Ἀργος κάπου κάπου μὲ φανατισμὸν εἰς τὰ ἰδανίκα │ ὁ Θανασίκης ὁ Πυρλῆς κι᾿ ἔχει κρυτὴ χαρά του τῆς Πατρίδος, στὸ τάβλι ὅταν κάποτε τὸν Μαραγκὸ κερδίζει Ἡ νεότης τοῦ Ἔθνους, ὄνι ! καὶ τὸν Δασάρχῃ, ρίχνοντας τὸ ζάρι, ἠλεκτρίζει ής, ἀκμαία, θαρραλέα καὶ τόλ. ὡς ἀμος ίρεις καὶ καρὸς ὡν δὲν ὁς ποκρες μηρά, χωρεῖ πρὸς τὰ ἐμπρὸς μὲ ! πίστιν εἰς ὅλα τὰ εὐγενη καὶ/ — Νὰ κι᾿ ὁ Οἰκονομόπουλος ὁ ἀκούραστος Ἡλιᾶς Ὑ'' ἀνθρώπινα ἰδεώδη, πλήρης ἐλ᾿ τῷ ΜΕΚΗΑ. εἶναι Πραδρος, μ᾿ ἀπαιρως ἐσχωλίες πίθων διὰ τὸ μέλλον τῆς Ἑλ. νς ὡς κατέω, περος τον ἔνκος πρίζν. ΞΡΟΙ ΚΙΠΗΑΡΙΚΟΣ — Λεβέντης Ἀστυνομικὸς ὁ Παναγιώτης Μπος ' Δικηγόρος τὸ Ἄριος σας ἐπίσαται οἱ πλάτος καὶ οἱ μῆχος Η ΑΣΤΙΣ'' μὴν τύχη κάπου καὶ συμβεῖ καμμιὰ παρανομία· Εἰς τοὺς υνδρομητὸς εἶναι καὶ τοῦ καθήκοντος θεράπων αὐστηρότατος καὶ Ἀναγνώστας της κι᾿ αὐτὸ γαλόνια τοὔφερα νὰ γίνῃ καὶ ἀνώτατοςι ! — Προσηλωμένο βλέπω κεὶ στὴν πρέγα τὸν Καρουζο Εσχεται εἰς ἐν ποτετος τ τ τε πενον τες Τ0 Καν ἔτας Τ955 γι᾿ αὐτὸ γιὰ δῶρο μου κι᾿ ἐγὼ τοῦ φέρνω καὶ μιὰ κόρι Αἴσον καὶ ἐὐπαχὲς 1 Πειὸ πέρα βλέπω τὸν Σχινὰ τουτίστιν τὸν Ὀρέστη ποὺ πάντα στοὺς ἐκλογικοὺς σάλους σας συμπαρέστη. Καθὼς καὶ τὸν Θανόπουλο, τὸν πάντα γ᾿ ἰμορίστα καὶ νεαρὲς καὶ νεαροὺς χορεύυντας στὴν πίστα.. . κι᾿ ἄθελα τὰς ἀποκρέω τοῦ Ἄργους σας θυμήθηκα κι᾿ ἐφέτος πειὸ χαρούμενες ἀπ᾿ ὅλες τὶς εὐχήθηκα — Τὴν ὥρα ποὺ κατέβηκα ἀπ᾿ τὸ λεωφορεῦ εἶδα πολλοὺς ποῦ πρόσμεναν δίπλα στὸ Ἰρακτορεῖο ποι᾿ τῆν εργατακος. Λατὲ καὶ Πεχορινᾶς. τὸν Βλάχο καὶ τὸν Μπιλιαρᾶ καὶ τὸν Καρακασέλλη κι᾿ ἄλλους Τραπεζιτικοῦς ποὺ μ᾿ ἄπλωναν τὸ χέρι᾿ καὶ πρῶτοι ποῶτοι πήρανε τὰ δῶρα τους κι᾿ αὐτοὶ Ε Ρά πολα τοῦ κατί πρίσων ποῦ δτα ὅαι αὐστι καί κλά ἀλγ. μριός, Κάρι 2' Και σμῖν πστετε πόλοι μὲ ἄδε πελικῶς γαρς ν ονεκον εοτος τ, κάτης κρωπτῦο στὸ ΙΚΑ ἦταν Κέρβερος τοῦ κάθε ἰατρείου ὁ Καχριμάνης σφύριξε, κι᾿ ὁ Λιᾶς εἶχε τὸ βέτο καὶ ὁ Λεούσης ἔδειχνε χαρτιὰ στὸν Πεδερέτο. το πος πολοπης. ἤτ. πρ. Ἐδν. δρῆκα διορισμοὺς τοὺς πρόσφερα στὸ ΙΙ Κ Π.Α. καί στὸ Ι.Κ.Α Κι᾿ ὅλοι τὰ χέρια ἁπλώσανε, πατήσανε στὴν Πήττα! — Μ᾿ ἕνα μπουζοῦκι ἔπαιζε ὁ Στάθης ὁ Μαρῖνος ἐσχάτως ἐπανεκλεγεὶς ὡς Δήμαρχος σας φῖνος στάσου ρεὶ μοῦπε τείνοντας ἐγκάρδια τὸ χέρι κι᾿ ὅσα οἱ δυό μας εἴπαμε ἕνας Θεὸς τὰ ξέρει. Κλάλστς, ο τι τὴ οὸ δέκου, νὰ γροστῖς., γι᾿ αὐτὸ γιὰ ἔῶρο μου κι᾿ ἐγώ, τοῦ φόρτωσα εὐχές τὸ στάδιον ποὺ διάλεξε νὰ εἶν᾿ ἐπιτυχέ ! — Κι᾿ ὡς μέλος τοῦ Δημοτικοῦ ὁ Λἴτσας Συμβουλίου κύτταζε πῶς λασπώθηκα ἐκεῖ στὴν Καποδιστρίου! Μὰ νάσου κι᾿ ἕνας νόστιμος, καὶ νεαρὸς γιατρὸς. μοῦταν πῶς ὀνομάζεται Ἔναχος Κατασράς. : πσεις αιρτι κνρεις καί τε μετριδίς μόνοι Καὶ πάνου στὴν πικάντικη αὐτή μου τὴν κουβέντα ξάφνου μπροστά μου πρόβαλαν δυὸ νέοι μὲ πατέντα τοῦ λοπος δεκλήτες καί συμειδς τκερις κι᾿ ὁ ἔτεσος, τρὲ κομ ἰλ φό, ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Βαρβέρῃς μοῦπαν λέγεται καὶ εἶν᾿ Ἀκτινολόγος! Διερωτήθην σαβτρῦς: μὴν εἶναι προικοθῆραι; Καὶ ἄλλοι πάμποιλοι γιατροί, δυὸ τρεῖς γυναικολόγοι ποῦ κλινικὲς ἀνοίξανε, καὶ θέσεις θέλουν ὅλοι μοῦπαν πῶς τὸν Παιδίατρο, τὸν Γιάννη Καπερώνη Ἐτ. λιτ Δροιτά παρολντα κεμαλ κ καρ' γι᾿ αὐτὸ σὲ ὅλους δώρισα καινούγιο πορτοφόλι. — Περοῶντας ἀπ᾿ τὰ ἐμπορικὰ τὸν Κονομάρα ἀντάμωσο καὶ στὶς κομψὲς βιτρίνες του μιὰ ὥρα κατηνάλωσα γα σος ἄρος ασημα τοῦ ἔπεδα ἐπι κέλίος. Εἶδα καὶ τὸν Θωμόπουλο, τὸν Στόφα, τὸν Μικράκι, τοὺς Δέδε, τὸν Σπυρόπουλο, Λίτσιο καὶ Μιχαλάκη τὸν Παπαμιχαλόπουλο μὰ καὶ τὸν Βελιξιώτη Κκρς, διακαυτόουλος, καὶ τρέξον προσοι πρῶτοι κομψοὶ καὶ λεβεντόπαιδα κλείναν στὸ τέλος τὴν οὐρά. Ἄνοιξα τότε τὸ πουγκὶ σᾶν εἶδα καὶ τὸν Ὑφαντὴ καὶ σκόρπισα λεπτὰ νὰ τρέξουν οἱ κοπέλλες σας οἱ χωρικὲς καὶ οἱ χωρικοὶ νὰ πάρουν τὰ προικιά. Κι᾿ οἱ παντοπῶλαι τ᾿ ἄκουσαν καὶ τρέξανε ἐν σώματι καὶ μούψαλλαν τὰ κάλλανδα ἐν ὁμοφώνῳ στόματι: — Βασίλη, πόθεν ἔρχεσαι μεσ᾿ τὴν κακοκαρίας; Σᾶς ἔφερ᾿ ἄλευρα λευκά, ζάχαρες καὶ αὐγὰ νὰ πάρουν οἱ νυκοκυρὲς νὰ φιάξουν τὰ γλυκὰ καὶ πῆτες ροδοκόκκινες κι᾿ ἀφράτους κουραμπιέδες Δρομίοι τοιε πλάκῶσαν μι ἀλοι οἱ πατοῦ δπόδε οἱ ράπται κι᾿ οἱ πιλοποιοὶ καθὼς κι᾿ οἱ γλυκατζῆδες! Βασιληί μήπως τρύπησαν οἱ λαστιχιένιες μπότες σου: μὴ μούσκεψεν ἡ γοῦνα σας τὸ καλαμάρι· οἱ κόλλες σου: καὶ σ᾿ ὅλους ἔφερα χαρὰ ὑγεία καὶ παλάτια στοὺς μαθητὰς τὴν προκοπή, στοὺς νέους τὴν ἐλπίδα καὶ εἰς τοὺς ἀτυχήσαντας πλήρη ἐπιτυχία. Ε Δις ετορσεως ται δόκαταε τε τιδο κι᾿ εἶπα στοὺς πλούσιους ἀστοῦς καὶ στοὺς βιομηχάνους νὰ ἐνισχύουν τοὺς πτωχούς, τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς πλάνους καὶ ὡς εἰδήμων κομιατὴς τοῦ νέου τουτου χρόνου κι᾿ ἀφοῦ μᾶς ἐχαιρέτησε ἀναχωρῶ προσέθεσε πηγαίνοντας οτὰ σπίτια σας παίδιά μου μὴν ξεχάσετε ἀπ᾿ ὅλα τὰ περίπτερα μπαλόνια ν᾿ ἀγοράσετε. ΣΤΕΛΛΑ